Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Πρώτη Μαΐου


Σήμερα μιλούσε στις γάτες. 
Μαζεύτηκαν περιέργως και άλλες καινούριες που δεν τις είχε ξαναδεί. Ηταν βράδυ, ησυχία.
 Κατέβασε τα σκουπίδια, άπλωσε σε μικρά βουναλάκια την ξηρά τροφή στο συνηθισμένο μέρος, δίπλα στο δέντρο.
 Εκείνες γουργούρισαν με ευχαρίστηση χαιδεύοντας την ράχη τους πάνω στο μπουφάν της. Τι παράξενα ζώα, σαν να διαιστάνθηκαν πως κάτι την έτρωγε.
 Το είχε παρατηρήσει. Κάθε φορά που άφηνε την στενοχώρια στην σιωπή οι γάτες το καταλάβαιναν και γινόντουσαν πιο χαδιάρες. Μέχρι και ο ξινός ακατάδεκτος Μάου σήμερα δεν ξεκόλλαγε από κοντά της. Κούρνιασε την μουσούδα του στο έδαφος και το σώμα του ανασηκωμένο  ακουμπούσε την πλάτη της. 
Υπέροχη ζέστη ανάμεσα τους.

Λίγα λεπτά νωρίτερα, διάβασε με  ώρες καθυστέρηση  ένα μήνυμα στο κινητό. Η Λ μια φίλη από τα παλιά που είχαν να μιλήσουν σχεδόν 5 χρόνια της έγραφε δύο σειρές λέξεις. Μόλις τέλειωσε την ανάγνωση πάτησε το πλήκτρο κλήσης. Καλούσε αλλά δεν απάντησε κανείς. 
Το πρώτο πράμα που σκέφτηκε αμέσως μετά, ήταν τα λόγια μιας  χαρτορίχτρας στην Λ .  ''O άντρας σου θα πεθάνει νέος, πολύ νέος.’’


 Και η Λ  αναστατωμένη τότε, μιας και πίστευε στις μαντείες και στα μάγια, το κράτησε σε μιάν  άκρη της μνήμης της όπως θυμάσαι έναν εφιάλτη που δεν έχεις λόγο να φοβάσαι αφού ξύπνησες.

Στράφηκε αφηρημένα στην οθόνη του κομπιούτερ προσπαθώντας να ξαναβρεί τον κανονικό εαυτό της .
 Μέσα σε δευτερόλεπτα άλλαζαν οι επιθυμίες. 
Να ανάψει τσιγάρο να παίξει παιχνίδια να ακούσει μουσική να μιλήσει στην Λ  να βγει έξω να περπατήσει. 
Ναι, να βγει έξω τώρα που δεν υπήρχε ψυχή στο δρόμο να ταΐσει τα αδέσποτα. Έκανε ένα σύντομο πλάνο στο μυαλό της. Θα πήγαινε τα κόκκαλα στην σκύλα λίγα σπίτια πιο πέρα και στην επιστροφή θα καθόταν στο σκαλοπάτι χαζεύοντας τις γάτες. 


Η ακινησία, της ταίριαζε καλύτερα. 
Και έτσι έκανε ώσπου  βαρέθηκε να μην κάνει τίποτα. Περπάτησε στην αντίθετη κατεύθυνση μηχανικά για να μοιάζουν τα βήματα πως πάνε βόλτα. 
Ενα αυτοκίνητο που διέσχισε το στενό,  φώτισε το μισοσκόταδο και την ενόχλησε. Δύο γατιά με ηλίθιο  βλέμμα την ακολουθούσαν σαν σκύλοι. Γέλασε. 
Εκανε μεταβολή, τα προσπέρασε με ένα τελευταίο χάδι και γύρισε στο σπίτι.


 Η ακαταστασία στην κουζίνα την εκνεύρισε και έπιασε να συγυρίσει.
 Καθάρισε ντουλάπια ξεσκόνισε και τακτοποίησε τα αντικείμενα στη θέση τους. 
Στο μυαλό της υπήρχε μόνο η σκόνη που εξαφανιζόταν σιγά σιγά γύρω της. Κοίταξε το βρώμικο πανί. Ένιωθε ήρεμη και ζωντανή. 
Που και που επαναλάμβανε  η φωνή στο κεφάλι της σαν κολλημένη βελόνα στο πικ απ. '' Δεν το πιστεύω. Δεν το πιστεύω.Δεν..''


2 σχόλια: