Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Κούντερα μόνο αλάδωτο


Έχω θέμα με τα βιβλία μου. Μην διανοηθείς να δανειστείς και μετά να σε χτυπήσει ύπουλα το αλτσχάιμερ. Την έβαψες. Είμαι ικανή να σε σέρνω στα δικαστήρια μέχρι να πάρω πίσω το παιδί μου.
Τόσο μεγάλο κόλλημα, που όταν πηγαίνω σε ξένα σπίτια είναι το πρώτο που ψάχνω με το μάτι αδιακρίτως. Δε πα να ΄χει και τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας στο σαλόνι του, αν δεν περιλαμβάνει κάπου, συλλογή από βιβλία το ντεκόρ , κάτι ραγίζει μέσα μου. Μετά κοιτάω πιο αδιακρίτως στο ψυγείο, με πρόσχημα την δίψα. Μπορείς να ανακαλύψεις πολλά για τον χαρακτήρα του ιδιοκτήτη. Και την κλασσική εκδοχή του Σκρουτζ μπορείς να ανακαλύψεις σε ασφυκτικά συρτάρια και κρεμάστρες της γκαρνταρόμπας του.

Η βιβλιοθήκη είναι το παρελθόν και το μέλλον ενός ανθρώπου. Πώς έζησε και τι δρόμο θα τραβήξει στα βιβλία που καταχωνιάζει στα ράφια φαίνεται. Βλέπεις ψυχαναλυτικούς οδηγούς ευτυχίας σε ροζ απόχρωση και στερεότυπα μπεστ σελεριλίκια με αποτυπώματα από λάδι ηλιοθεραπείας; Εε κράτα μικρό καλάθι για αυτά που έμαθε να ονειρεύεται. Κάνα γάμο αρπαχτής με ημισελέμπριτυ φαντασιώνεται και γαλλικό μανικιούρ να ταιριάζει με την αστακομακαρονάδα στην Ψαρού .
Μέχρι εκεί πάει το όνειρο αλέ ρε τουρ και τσάμπα. Αν πάλι δεις και κάνα Κούντερα από επιλογή και αλάδωτο, μια υποψία πως η ζωή είναι αλλού, την πέρασε.

Τα δικά μου βιβλία είναι χωρισμένα σε κατηγορίες. Της λεκάνης (κομψότερα της ηδονικής αφόδευσης) της κρεβατοκάμαρας, του καφέ και των ταξιδιών. Παντού αφημένα στοιβαγμένα σαν πολυκαιρισμένη σκόνη που περιμένει στωικά να την ρουφήξει η ηλεκτρική σκούπα. Γιατί άμα περιμένει γκόμενο σώθηκε. Μόνο τις ετικέτες από τα τσιγάρα καταδεχόντουσαν να διαβάζουν οι καψούρες μου και αυτό για να βεβαιωθούν πως δεν έκανε λάθος ο περιπτεράς.
Εκτός από έναν που αγαπούσε τις τυπωμένες σκέψεις και να του βάφω διακριτικά τα ματόκλαδα πριν πάμε σινεμά. Και ένα μίνι ξώπλατο αγαπούσε πολύ γιατί τον κολάκευε αλλά δεν τόλμησα να του το χαρίσω. Φοβήθηκα μήπως παρεξηγηθεί.
Τελικά παρεξηγήθηκε η νοημοσύνη μου όταν σιγουρεύτηκα πως ήταν νεράιδα ντυμένη ροκάς με γένια. Φυσικά μας χώρισε η αμηχανία της αποκάλυψης πριν προλάβουμε να γίνουμε ζευγάρι.
Τα βιβλία που του δάνεισα, όλα του Όσκαρ Ουάιλντ και ένα με τίτλο ‘’η Ανδρική ταυτότητα’’, δεν τα πήρα ποτέ πίσω γιατί μετανάστευσε στην Αυστραλία. Χίλιες φορές να μου είχε στερήσει τα διχτυωτά και τις φούστες. Ακόμα τα κλαίω.
----------------------------------------------------------------------------------

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Νεοελληνικού κλισέ


Ίσως η μόνη ανατροπή μπορεί να γίνει μέσω μετάλλαξης του Νεοελληνικού DNA.

Το ωχ αδερφέ- αδερφή, πρέπει να καταργηθεί άμεσα. Μαζί με φράσεις άκρως επικίνδυνες για το διανοητικό παρόν και μέλλον της χώρας . Όπως: ''δεν βαριέσαι'' ''έχει ο Θεος'' (που έχει βρε παιδί μου αλλά δεν του περισσεύει κιόλας) ''εγώ θα αλλάξω τον κόσμο;'' ( άλλαξε του παντζούρια για αρχή ) '' πού να τρέχω τώρα'' (τράβα ευθεία και βλέπουμε) '' δεν αλλάζει τίποτα'' (πάρτο αλλιώς τότε).

Αυτό το σίχαμα των αφόρητων κλισέ πότε επιτέλους θα το ξεράσει η γλώσσα και ο νους;

Αυτός ο ρημάδης μέσος όρος νοημοσύνης, πότε θα πατήσει τα 120 (τουλάχιστον) να δώσουμε γκάζια στον Πλανήτη; Ταχύτητα στην παρακμή και βραδύτητα στην σκέψη.

Μιλάμε για Λάθος εποχή , χαλεπούς καιρούς και κατάντια των Ηθών. ΟΚ δεκτό. Κάτι πρέπει να συζητάμε στην διαδρομή Βούλα -Παγκράτι με τον αυτόκλητο κοινωνιολόγο- αναλυτή ταρίφα, κάπως πρέπει να σκοτώνουμε την ώρα μας στις ουρές των ταμείων και στα καφέ, όμως η μέρα έχει 24 ώρες. Bαλε 6-8 που φεύγουν στον ύπνο, οι υπόλοιπες γιατί πρέπει να αναλώνονται σε γκρίνια και μηχανική κατάφαση κεφαλιού με: ''πες το ψέματα, έτσι είναι!''

Όλοι-ανεξαιρέτως -γίναμε φιλόσοφοι- φιλομπαρουφολόγοι- Κασσάνδρες και εν δυνάμει Πρωθυπουργοί.


Θα μου πεις, υπερπληθύναμε φυσικό επακόλουθο είναι οι κώλοι να έχουν άποψη και οι κλανιές τους θράσος, άσε που αν ένας κώλος ξεμείνει από γνώμη δανείζεται του διπλανού. Υπό την αιγίδα μιας τρανσέξουαλ δημοκρατίας αυτά..

Δημοκρατία έχουμε, άρα δικαίωμα στην άποψη και στην All time -ως άλλος επιτάφιος- περιφορά της. Παράθυρα, πλακάκια, μπετά και τοίχοι, αναστενάζουν καθημερινά, από το repeat της κενολογίας. Ας Κάνουμε και ένα pause βρε παιδιά, να αφουγκραστούμε σιωπές και καημούς παραδίπλα. Η μία εικόνα χίλιες λέξεις, αντικαταστάθηκε από χίλιες εικόνες απούσες λέξεις.

Εκατομμύρια άνθρωποι χωρίς παραγωγή αυτόβουλης επιθυμίας-οράματος και σκέψης. Ακόμα και τα όνειρα, κουράστηκαν να σέρνονται στις μικροαστικές μας φαντασιώσεις και να σωριάζονται πάνω σε σαλόνια και δανεικά Καγιέν.

Η -επί δεκαετίες- αέναη ευφορία σπατάλης, σε τρομο-κάρτες «πιστωτικής ευτυχίας» ,οι ψυχαναγκαστικές ηδονές σε βιτρίνες και κρεβάτια της αρπαχτής και το Life Style της Illustration κατάθλιψης , άδειασαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας, μέσα σε λίγα 24ωρα το δημόσιο συναισθηματικό απόθεμα .

Η Επανάσταση της αιδούς μιας αχαλίνωτης λίμπιντο , απενοχοποίησε πορτοφόλια και στρώματα καταλήγοντας σε σκλαβοπάζαρο του, Ότι φάμε ότι πιούμε και ότι αρπάξει ...η σάρκα μας.
Άντε τώρα να συναρμολογήσουμε Μυαλά , Μνήμη , Σώμα και Φωνή. Αθάνατο Νεοελληνικό DNA μου..μπέρδεψες το'' Ουκ εν τω πολλώ το ευ'' και έβαλες το ''ευ'' μέσα στο πολύ .

Πόσο ακόμα θα στρουθοκαμηλίζεις πίσω από ξεθυμασμένα ούζα, λαχανιασμένα Ωπα και ξινισμένους μουσακάδες, βαφτίζοντας τον ετσιθελισμό σου "ατίθαση καρδιά";


Αλλά δεν βαριέσαι ωχ αδερφέ ! Τίποτα δεν αλλάζει. Καλοκαίρι έρχεται η φτώχεια θέλει καλοπέραση.
Ήλιος, θάλασσα, λίγο κρασί και τα κέφια να κρατάνε. Όχι θα κάτσω να σκάσω. Εγώ θα αλλάξω τον κόσμο;


Όχι, δεν θα τον αλλάξεις. Ούτε εσύ, ούτε εγώ.

Αλλά μπορείς να νομίζεις πώς θα τον αλλάξεις, σαν τον Κεμάλ του ποιητή.

Γιατί οι λέξεις είναι σκέψεις και οι σκέψεις τα όνειρα του νου και όσο το ωχ-ωχουυ στοιχειώνει τα λόγια μας, τόσο το Αχ του καημού γίνεται πιο βαρύ.

Αναρωτιέμαι : Tο '' Κείνο που με τρώει 'κείνο που με σώζει είναι που ονειρεύομαι σαν τον Καραγκιόζη......'' Τι απέγινε; Και τι ονειρευόταν στ' αλήθεια ο Καραγκιόζης;

Υ.Γ

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 17 Μαΐου 2010 στο The Insider.Πάλιωσε άραγε;

---------------------------------------------------------------------------

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Προπό με το Θάνατο


Η κούραση μοιάζει τόσο με τη στενοχώρια.
 Πολλές φορές την πατάω. ''Είσαι κουρασμένος; -‘Όχι, στενοχωρημένος και  αντίστροφα. Αυτό κατά καιρούς με απασχολεί. Την ώρα που πλένω τα πιάτα για παράδειγμα. ‘Η όταν κόβω σαλάτα. Μπορεί όλη την ημέρα να γυροφέρνω στα πιο γήινα  της καθημερινότητας και μόλις πατήσω πόδι  στο νεροχύτη σαν να με βρίσκει η έμπνευση. Για τα πιο ασύνδετα μεταξύ τους.

Αύριο ή μεθαύριο θα πεθάνει η Θεία . Ποιός θα μου το ‘λέγε ότι θα 'παιζα προπό με
 
το θάνατο.
Κώμα-θεία: Σημειώσατε Χ.
Παράξενο, τη μνημονεύω σαν να είναι ήδη νεκρή , μετράω τις ώρες σαν να πρόκειται
 
για το δικό μου θάνατο. Διαστροφή μου μυρίζει, μην το ψάχνω.


Θυμάμαι τι λένε για τους σπουδαίους ηθοποιούς. Ότι γεννιούνται με το ταλέντο 
τους. Δεν το πιστεύω, παλιά δεν μπορούσα να κρύψω μιαν έκφραση και αμέσως
 
τσακωτή. Τώρα την κρύβω κι από μένα τόσο καλά που απορώ όταν ξεπηδά μανιασμένα
 ένας λυγμός . Λίγα δάκρυα από το πουθενά, ξαφνικά. Να! τώρα που τράβηξα μια τζούρα πήρα και έναν λυγμό μαζί. Καλό είναι αυτό. Με κουράζει το  κανονικό κλάμα. Άσε που το βαριέμαι γιατί είναι μονότονο, άσκοπο. Σου έχει τύχει να θες να κλάψεις και να βαρεθείς την επόμενη στιγμή ;
.
 Με τσαντίζει που ταυτίζουν τη θλίψη με την κατάθλιψη. Με τσαντίζει που δεν βρήκα 
λόγια
  να ελαφρύνω  τον πατέρα μου. Ένιωσα ντροπή που έμαθα 
να υποκρίνομαι τόσο καλά. Δεν έχει γυρισμό. Μετά
  από καιρό,  δέρμα χωρίς ρυτίδες το θέατρο.
 Τι φοράς σήμερα; Από μέσα κυνισμό και από πάνω ένα παλτό 
αδιαφορίας. Ψύχραιμο το κασκόλ. Ω το αγαπημένο μου κασκόλ !


 Στην ωριμότητα το πλένω.

Αν έχει καλό καιρό αύριο θα φτιάξω ζεστό καφέ και θα διαβάσω την Μαργαρίτα Καραπάνου  ''Η ζωή
 είναι αγρίως απίθανη.''              
Να προλάβαινα να το ψιθύριζα στη Θεία. Με ένα φιλί . Αύριο, μεθαύριο, ίσως να
 
πιάσουμε αρχές της εβδομάδας. Περιμένω το τηλέφωνο
  που θα ακουστεί το 
τελείωσε. Εκνευρίζομαι σχεδόν, που αργεί.

Μισώ τις κηδείες με  άκομψο πένθος
  που  σκεπάζουν την ησυχία. Τα κλάματα βουβά, μόνο σε υγρά μάτια τα θέλω κι ίσως λίγο στα χέρια. Όταν αγκαλιάζουν τους δικούς τους. Τρυφερά σαν να φοβούνται μήπως τους βαρύνουν κι άλλο.
Δεν θέλω μαύρα, να 'χα λίγο κόκκινο στην κατάμαυρη  με ελάχιστο
  καφέ ντουλάπα. ‘Εστω μια κατακόκκινη τσάντα.

 Ηλίθια έθιμα της εκκλησίας. Γιατί λουλούδια κι όχι  προσωπικά  αντικείμενα; Ούτε στον Στάθη μου αξιώθηκα να δώσω ραβασάκι η τσιγκούνα. Γυμνό τον άφησα αλλά του αφιέρωσα το αγαπημένο του  λαϊκό ισόβια. Πιστή η άπιστη  στο ‘’Μια καρδιά για σένανε’’ και οι γύρω με την απορία.. ‘’Αυτιστικό θα’ναι.’’

Τι γέλια κάναμε με την μάνα μου μια μέρα πριν  κηδεύσουμε την γιαγιά.13 χρονών ήμουν και εκείνη πάντα με ένα τσαντάκι  στο χέρι.
-Ρίτα  πήγαινε να φέρεις από την ντουλάπα τη  σακούλα με τα ρούχα της γιαγιάς σου.
-Βρε κορίτσι μου, γιατί αργείς;
-Δεν βρίσκω  ασορτί τσάντα με τα παπούτσια μαμά!.


Μαργαρίτα πόσο δίκιο είχες. Η ζωή είναι αγρίως απίθανη.