Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Προπό με το Θάνατο


Η κούραση μοιάζει τόσο με τη στενοχώρια.
 Πολλές φορές την πατάω. ''Είσαι κουρασμένος; -‘Όχι, στενοχωρημένος και  αντίστροφα. Αυτό κατά καιρούς με απασχολεί. Την ώρα που πλένω τα πιάτα για παράδειγμα. ‘Η όταν κόβω σαλάτα. Μπορεί όλη την ημέρα να γυροφέρνω στα πιο γήινα  της καθημερινότητας και μόλις πατήσω πόδι  στο νεροχύτη σαν να με βρίσκει η έμπνευση. Για τα πιο ασύνδετα μεταξύ τους.

Αύριο ή μεθαύριο θα πεθάνει η Θεία . Ποιός θα μου το ‘λέγε ότι θα 'παιζα προπό με
 
το θάνατο.
Κώμα-θεία: Σημειώσατε Χ.
Παράξενο, τη μνημονεύω σαν να είναι ήδη νεκρή , μετράω τις ώρες σαν να πρόκειται
 
για το δικό μου θάνατο. Διαστροφή μου μυρίζει, μην το ψάχνω.


Θυμάμαι τι λένε για τους σπουδαίους ηθοποιούς. Ότι γεννιούνται με το ταλέντο 
τους. Δεν το πιστεύω, παλιά δεν μπορούσα να κρύψω μιαν έκφραση και αμέσως
 
τσακωτή. Τώρα την κρύβω κι από μένα τόσο καλά που απορώ όταν ξεπηδά μανιασμένα
 ένας λυγμός . Λίγα δάκρυα από το πουθενά, ξαφνικά. Να! τώρα που τράβηξα μια τζούρα πήρα και έναν λυγμό μαζί. Καλό είναι αυτό. Με κουράζει το  κανονικό κλάμα. Άσε που το βαριέμαι γιατί είναι μονότονο, άσκοπο. Σου έχει τύχει να θες να κλάψεις και να βαρεθείς την επόμενη στιγμή ;
.
 Με τσαντίζει που ταυτίζουν τη θλίψη με την κατάθλιψη. Με τσαντίζει που δεν βρήκα 
λόγια
  να ελαφρύνω  τον πατέρα μου. Ένιωσα ντροπή που έμαθα 
να υποκρίνομαι τόσο καλά. Δεν έχει γυρισμό. Μετά
  από καιρό,  δέρμα χωρίς ρυτίδες το θέατρο.
 Τι φοράς σήμερα; Από μέσα κυνισμό και από πάνω ένα παλτό 
αδιαφορίας. Ψύχραιμο το κασκόλ. Ω το αγαπημένο μου κασκόλ !


 Στην ωριμότητα το πλένω.

Αν έχει καλό καιρό αύριο θα φτιάξω ζεστό καφέ και θα διαβάσω την Μαργαρίτα Καραπάνου  ''Η ζωή
 είναι αγρίως απίθανη.''              
Να προλάβαινα να το ψιθύριζα στη Θεία. Με ένα φιλί . Αύριο, μεθαύριο, ίσως να
 
πιάσουμε αρχές της εβδομάδας. Περιμένω το τηλέφωνο
  που θα ακουστεί το 
τελείωσε. Εκνευρίζομαι σχεδόν, που αργεί.

Μισώ τις κηδείες με  άκομψο πένθος
  που  σκεπάζουν την ησυχία. Τα κλάματα βουβά, μόνο σε υγρά μάτια τα θέλω κι ίσως λίγο στα χέρια. Όταν αγκαλιάζουν τους δικούς τους. Τρυφερά σαν να φοβούνται μήπως τους βαρύνουν κι άλλο.
Δεν θέλω μαύρα, να 'χα λίγο κόκκινο στην κατάμαυρη  με ελάχιστο
  καφέ ντουλάπα. ‘Εστω μια κατακόκκινη τσάντα.

 Ηλίθια έθιμα της εκκλησίας. Γιατί λουλούδια κι όχι  προσωπικά  αντικείμενα; Ούτε στον Στάθη μου αξιώθηκα να δώσω ραβασάκι η τσιγκούνα. Γυμνό τον άφησα αλλά του αφιέρωσα το αγαπημένο του  λαϊκό ισόβια. Πιστή η άπιστη  στο ‘’Μια καρδιά για σένανε’’ και οι γύρω με την απορία.. ‘’Αυτιστικό θα’ναι.’’

Τι γέλια κάναμε με την μάνα μου μια μέρα πριν  κηδεύσουμε την γιαγιά.13 χρονών ήμουν και εκείνη πάντα με ένα τσαντάκι  στο χέρι.
-Ρίτα  πήγαινε να φέρεις από την ντουλάπα τη  σακούλα με τα ρούχα της γιαγιάς σου.
-Βρε κορίτσι μου, γιατί αργείς;
-Δεν βρίσκω  ασορτί τσάντα με τα παπούτσια μαμά!.


Μαργαρίτα πόσο δίκιο είχες. Η ζωή είναι αγρίως απίθανη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου